Ο ναός

Τα υφιστάμενα κτήρια της Μονής Αγίας Νάπας χρονολογούνται περίπου στον 15ο αιώνα, κατά την περίοδο της ενετικής κυριαρχίας (1489-1571) στην Κύπρο, και αντανακλούν το αρχιτεκτονικό ύφος της εποχής. Ωστόσο δεν υπάρχουν καταγεγραμμένες πληροφορίες σχετικά με την αρχική ίδρυση της μονής.

Σύμφωνα με μια τοπική παράδοση, χρόνια πριν την ανέγερση των σημερινών κτηρίων, το μικρό σπήλαιο, που εξακολουθεί να αποτελεί το κύριο τμήμα της εκκλησίας του μοναστηριού, είχε καταστεί σημαντικός τόπος προσκυνήματος για τους κατοίκους της περιοχής, λόγω της θαυμαστής ανακάλυψης μιας αρχαίας εικόνας στο εσωτερικό του. Δεδομένου ότι η περιοχή ήταν δασώδης και ακατοίκητη εκείνη την εποχή, αποτελούσε πλούσιο κυνηγετικό τόπο.

Σύμφωνα με μια παράδοση, κάποτε ένας κυνηγός και ο σκύλος του κυνηγούσαν ένα κουνέλι, μέχρι που αυτό εξαφανίστηκε μυστηριωδώς από το οπτικό τους πεδίο. Ο σκύλος συνέχισε το κυνήγι και ακολούθησε το κουνέλι καθώς αυτό αναζητούσε καταφύγιο σε μια μικρή σπηλιά. Ο κυνηγός άκουσε τον σκύλο του να συνεχίζει να γαβγίζει με ενθουσιασμό και επιμονή, και καθώς ακολουθούσε τον ήχο, οδηγήθηκε στην ανακάλυψη της μικρής εισόδου της σπηλιάς. Καθώς όμως προχωρούσε προς το εσωτερικό, η προσοχή του δεν στράφηκε στο κουνέλι, αλλά σε μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, η οποία σύντομα απεκτησε τη φήμη ιερού θησαυρού.

Οι κάτοικοι της γύρω περιοχής ονόμασαν την εικόνα «Αγία Νάπα», που σημαίνει «Παναγία του Δάσους» (η λέξη «νάπα» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει «δασώδης κοιλάδα»), και άρχισαν να τελούν ετήσιες λατρευτικές τελετές στο σπήλαιο προς τιμήν της. Μπορεί να υποτεθεί ότι η εικόνα είχε κρυφτεί στο σπήλαιο για να διασωθεί κατά τη διάρκεια της εικονομαχικής διαμάχης (8ος-9ος αιώνας μ.Χ.). Η αρχαία αυτή εικόνα δεν έχει διασωθεί.

Κατά τη Ενετική περίοδο (1489–1570/1), η εικόνα της Αγίας Νάπας έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης ως θαυματουργή εικόνα. Ο ιστορικός Estienne de Lusignan (1537–1590) την κατέταξε πρώτη μεταξύ των δέκα θαυματουργών εικόνων της Ελληνικής Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας που υπήρχαν τότε στο νησί.

Το πηγάδι μέσα στο σπήλαιο, που ανάβλυζε γλυκό νερό για πολλά χρόνια, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο φυσικός υπόγειος χώρος μπορεί, σε ορισμένες περιόδους, να χρησίμευε ως καταφύγιο από τους εχθρούς.

Σύμφωνα πάλι με μια παράδοση λέγεται ότι, καθώς ο τόπος απέκτησε φήμη ως ιερό προσκύνημα, προσελκύσε την προσοχή μιας πλούσιας κοπέλας της ενετικής αριστοκρατίας της Αμμοχώστου, η οποία βρισκόταν σε απόγνωση λόγω της άρνησης του πατέρα της να δώσει τη συγκατάθεσή του για τον γάμο της με έναν φτωχο άντρα. Ως αποτέλεσμα, αποφάσισε να εγκαταλείψει το σπίτι της και να αποσυρθεί στο ερημικό καταφύγιο της Αγίας Νάπας. Με την πάροδο του χρόνου –πάντα σύμφωνα με την προφορική παράδοση και όχι με σαφή τεκμήρια– έχτισε μια εκκλησία, μοναστικά κελιά, έναν αλευρόμυλο και ένα ελαιοτριβείο, και έτσι δημιουργήθηκε το μοναστήρι και συγκροτήθηκε μια κοινότητα μοναχών.

Ως Ενετή, η ιδρύτρια του μοναστηριού ήταν καθολική και έχτισε ένα παρεκκλήσι για τη λατρεία σύμφωνα με τη δική της παράδοση. Δίπλα του βρίσκεται η ορθόδοξη σπηλαιώδης εκκλησία, η οποία για πολλά χρόνια εξυπηρετούσε τους κατοίκους της γύρω περιοχής. Σήμερα, κάτω από την ίδια στέγη, ο σύγχρονος επισκέπτης μπορεί να δει την ορθόδοξη εκκλησία και το λατινικό παρεκκλήσι.

Στο λαξεμεύνο στον βράχο μέρος του ναού, στα δεξιά του τέμπλου, βρίσκεται σήμερα μια εικόνα της Παναγίας καλυμμένη με χάλκινο περίβλημα, η οποία αντικατέστησε την χαμένη αρχαία εικόνα τον 18ο αιώνα, ενώ στα αριστερά υπάρχει μια άλλη νεότερη (1900) εικόνα της Παναγίας, πανομοιότυπη με την προηγούμενη.

Σήμερα, ο ορθόδοξος ναός, υπό την Ιερά Μητρόπολη Κωνσταντίας και Αμμοχώστου, συνεχίζει να χρησιμοποιείται τακτικά ως τόπος προσευχής, καθώς και για βαπτίσεις και εκκλησιαστικές ακολουθίες.

Η εκκλησία της Αγίας Νάπας είναι αφιερωμένη στο Γενέθλιο της Θεοτόκου και πανηγυρίζει κάθε χρόνο στις 8 Σεπτεμβρίου.